ἴδιος

ἴδιος
-α,-ον + A 4-0-1-21-53=79 Gn 14,14; 15,13; 47,18; Dt 15,2; Ez 21,35
own, one’s (own) Gn 14,14; peculiar, proper Wis 19,6; τὰ ἴδια (your) own (property) Prv 20,25; οἱ ἴδιοι
(your) own men 2 Mc 12,22; ἰδίᾳ privately Jb 7,13
ἐκ τῶν ἰδίων out of his own house 1 Ezr 6,31; κατ᾽ ἰδίαν private, apart 2 Mc 4,5; λαβὼν ἰδίᾳ taking apart 2 Mc 4,34
*Prv 5,18 ἰδίᾳ your own-לבדך? for MT ברוך blessed
Cf. LARCHER 1985, 1054-1055; MILLIGAN 1910 =1980 25; SPICQ 1982, 337; →NIDNTT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ἴδιος — one s own masc nom sg ἴδιος one s own masc/fem nom sg ἴ̱διος , ἶδος sweat neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίδιος — (I) ία, ον (ΑΜ ἴδιος, ία, ον, Α αττ. θηλ. ἴδιος) 1. αυτός που ανήκει σε κάποιον ως κτήμα του, ο οικείος, ο δικός, σε αντιδιαστολή προς το «αλλότριος», ξένος (α. «ο οργανισμός πρέπει να αποκτήσει ιδίους πόρους» β. «χωρίον ἡμέτερον ἴδιον», Δημοσθ.) …   Dictionary of Greek

  • ίδιος, -ια, -ιο — επίρρ. ίδια 1. δικός (μου, σου, του): Τοάκουσα με τα ίδια τα αυτιά μου. 2. όμοιος με τον εαυτό του: Υποφέρει από την ίδια αρρώστια. – Ψωνίζει από το ίδιο μαγαζί πάντα. 3. όμοιος με κάποιον: Η καινούρια κυβέρνηση είναι ίδια με την προηγούμενη. –… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰδιώτερον — ἴδιος one s own adverbial comp ἴδιος one s own masc acc comp sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc comp sg ἴδιος one s own masc acc comp sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc comp sg ἴδιος one s own adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτέρων — ἴδιος one s own fem gen comp pl ἴδιος one s own masc/neut gen comp pl ἴδιος one s own fem gen comp pl ἴδιος one s own masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτατα — ἴδιος one s own adverbial superl ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl pl ἴδιος one s own adverbial superl ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιώτατον — ἴδιος one s own masc acc superl sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl sg ἴδιος one s own masc acc superl sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδίω — ἴδιος one s own masc/neut nom/voc/acc dual ἴδιος one s own masc/neut gen sg (doric aeolic) ἴδιος one s own masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἴδιος one s own masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἰδέω know pres subj act 1st sg (doric) ἰδέω know pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδίως — ἴδιος one s own adverbial ἴδιος one s own masc acc pl (doric) ἴδιος one s own adverbial ἴδιος one s own masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴδιον — ἴδιος one s own masc acc sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc sg ἴδιος one s own masc/fem acc sg ἴδιος one s own neut nom/voc/acc sg ἴ̱διον , ἰδέω know imperf ind act 3rd pl (doric) ἴ̱διον , ἰδέω know imperf ind act 1st sg (doric) ἴ̱διον , ἰδίω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδίων — ἴδιος one s own fem gen pl ἴδιος one s own masc/neut gen pl ἴδιος one s own masc/fem/neut gen pl ἰ̱δίων , ἶδος sweat neut gen pl (doric) ἰδέω know pres part act masc nom sg (doric) ἰ̱δίων , ἰδίω sweat pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”